Οι κουβέντες της Φλώρινας που αξίζει να ακούσουμε

 


  Τις τελευταίες ημέρες είχα την ευκαιρία να συζητήσω με πολλούς ανθρώπους της Φλώρινας. Άλλοτε σε ένα καφέ, άλλοτε σε έναν χώρο εργασίας και άλλοτε σε μια καθημερινή συνάντηση. Δεν ήταν προγραμματισμένες συζητήσεις, ούτε επίσημες εκδηλώσεις. Ήταν οι αυθόρμητες κουβέντες που γεννιούνται όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι μπορούν να μιλήσουν ελεύθερα.

Από όλες αυτές τις συζητήσεις κράτησα κάτι κοινό. Πίσω από διαφορετικές λέξεις και διαφορετικές αφορμές υπήρχε η ίδια αγωνία. Η ακρίβεια, η ανασφάλεια, η αίσθηση ότι ο τόπος μας δυσκολεύεται να βρει τη θέση που του αξίζει και, κυρίως, η αίσθηση πολλών ανθρώπων ότι δεν ακούγονται.

Δεν γράφω αυτό το κείμενο γιατί πιστεύω ότι έχω όλες τις απαντήσεις.

Άλλωστε, πολλές από τις απαντήσεις που ψάχνουμε ως κοινωνία δεν βρίσκονται σε έναν άνθρωπο ή σε έναν θεσμό. Το γράφω γιατί αυτές οι συζητήσεις με προβλημάτισαν. Γιατί με έκαναν να σκεφτώ ξανά τη σχέση μας με τη συλλογικότητα, τους θεσμούς, την πολιτική και τελικά με τον ίδιο τον τόπο μας.

Πιστεύω ότι υπάρχουν δύο τρόποι να ακούει κανείς έναν άνθρωπο. Ο ένας είναι να ακούει για να απαντήσει. Να περιμένει να τελειώσει ο άλλος, έχοντας ήδη διαμορφώσει τη δική του θέση. Ο άλλος είναι να ακούει για να κατανοήσει. Να προσπαθεί να δει τι βρίσκεται πίσω από μια φράση, πίσω από έναν θυμό, πίσω από μια απογοήτευση. Ο δεύτερος τρόπος δεν είναι πάντα εύκολος, γιατί σημαίνει ότι πρέπει να δεχτείς πως μπορεί να ακούσεις πράγματα που σε δυσκολεύουν, ακόμη και κριτική που μπορεί να αφορά και εσένα.

Σε ένα καφέ της πόλης μας, η κουβέντα δεν άργησε να πάει στα καθημερινά προβλήματα. Ένας νέος εργαζόμενος μου είπε:

– «Πρόεδρε, δεν βγαίνει ο μήνας».

 Και συνέχισε:

– «Δουλεύουμε, προσπαθούμε, αλλά στο τέλος δεν μένει τίποτα. Η ακρίβεια μας έχει γονατίσει. Και το χειρότερο είναι ότι νιώθουμε πως κανείς δεν μας δίνει σημασία».

Τον άκουσα. Γιατί αυτή η φράση δεν ήταν απλώς ένα παράπονο. Ήταν η περιγραφή μιας πραγματικότητας που βιώνουν πολλοί εργαζόμενοι και πολλές οικογένειες.

Ένας άλλος εργαζόμενος πρόσθεσε:

– «Εγώ πληρώνω φόρους, δουλεύω, προσπαθώ να τα βγάλω πέρα. Τι άλλο πρέπει να κάνω; Να λύσω και μόνος μου τα προβλήματα της χώρας;»

Η συζήτηση συνεχίστηκε και, όπως συμβαίνει συχνά όταν η κουβέντα φτάνει στο πορτοφόλι, ο θυμός άρχισε να εκφράζεται πιο έντονα. Οι κουβέντες έγιναν σκληρές, απότομες, χωρίς φίλτρα.

– «Όλοι ίδιοι είναι», ακούστηκε.

– «Είναι ανίκανοι αυτοί, είναι απατεώνες οι άλλοι…», ακούστηκε από την παρέα.

– «Τι να περιμένεις πλέον; Από την Αθήνα μέχρι εδώ, όλοι κοιτάνε τον εαυτό τους. Και τα κόμματα και η αυτοδιοίκηση και τα συνδικάτα, όλα έχουν απομακρυνθεί από τον κόσμο. Ζούνε στον δικό τους».

Πίσω από αυτές τις κουβέντες δεν υπήρχε απλώς θυμός. Υπήρχε απογοήτευση. Υπήρχε η αίσθηση ότι η απόσταση ανάμεσα στους πολίτες και στους θεσμούς έχει μεγαλώσει.

Και εδώ πρέπει όλοι να κάνουμε την αυτοκριτική μας. Η κρίση εμπιστοσύνης δεν αφορά μόνο την πολιτεία. Αφορά και τους συλλογικούς φορείς, τα συνδικάτα, όλους όσοι έχουμε έναν δημόσιο ρόλο. Δεν μπορούμε να ζητάμε από τους ανθρώπους να συμμετέχουν, αν πρώτα δεν έχουμε αναρωτηθεί αν τους κάναμε να αισθανθούν ότι η συμμετοχή τους έχει πραγματικό νόημα.

Η εμπιστοσύνη δεν απαιτείται. Κερδίζεται.

Μέσα στην κουβέντα μπήκα κι εγώ στη συζήτηση.

– «Καταλαβαίνω τον θυμό σας, πολλές φορές νιώθω και εγώ το ίδιο», τους είπα.

Και πολλές φορές υπάρχει λόγος για αυτόν τον θυμό. Υπάρχουν πράγματα που δικαιολογούν την αγανάκτηση των ανθρώπων».

Όμως τους είπα και κάτι ακόμη:

– «Αν φτάσουμε στο σημείο να πιστεύουμε ότι τίποτα δεν αλλάζει και ότι όλοι είναι ίδιοι, τότε ποιος τελικά κερδίζει από αυτή την παραίτηση;»

Η απάντηση που ήρθε από έναν άνθρωπο της παρέας ήταν ίσως η πιο ουσιαστική στιγμή της συζήτησης.

– «Καλά όλα αυτά, Πρόεδρε. Αλλά πάλι για ατομική ευθύνη μιλάς; Το κράτος πού είναι; Η εξουσία πού είναι; Η συλλογική ευθύνη πού πήγε; Μην μου ζητάς μόνο τι μπορώ να κάνω εγώ. Πες μου και τι κάνουν αυτοί που έχουν τη δύναμη να αποφασίζουν!»

Η ερώτηση αυτή με προβλημάτισε.

Γιατί είχε μέσα της μια αλήθεια που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Τα τελευταία χρόνια η έννοια της ατομικής ευθύνης πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε με λάθος τρόπο, για να μεταφερθούν στους πολίτες ευθύνες που ανήκουν στην πολιτεία και στους θεσμούς.

Ο εργαζόμενος δεν ευθύνεται για την ανεργία. Ο πολίτης δεν ευθύνεται για την ακρίβεια. Ο νέος άνθρωπος που αναζητά προοπτική δεν ευθύνεται επειδή νιώθει ότι ο τόπος του δεν του προσφέρει αρκετές ευκαιρίες.

Όμως υπάρχει και μια δεύτερη αλήθεια. Η συλλογική ευθύνη δεν είναι κάτι αφηρημένο. Δεν γεννιέται μόνη της. Χτίζεται από τη συμμετοχή των ανθρώπων.

Και εδώ βρίσκεται ένας από τους μεγαλύτερους προβληματισμούς μου.

Στις συζητήσεις μας, όταν οι άνθρωποι κάθονται μαζί και διαπιστώνουν ότι οι δυσκολίες τους είναι κοινές, όλοι καταλαβαίνουμε τη δύναμη της συλλογικότητας. Όλοι συμφωνούμε ότι μόνο μαζί μπορούμε να διεκδικήσουμε περισσότερα.

Και όμως, πολλές φορές, λίγο αργότερα, αυτή η σκέψη χάνεται. Ο καθένας επιστρέφει στην καθημερινότητά του, στα προσωπικά του προβλήματα, στις δικές του αγωνίες. Και η δύναμη που φάνηκε να γεννιέται μέσα από τη συζήτηση μοιάζει να εξαφανίζεται.

Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα που πρέπει να απαντήσουμε ως κοινωνία. Γιατί είναι εύκολο να συζητάμε, να διαπιστώνουμε τα προβλήματα και να συμφωνούμε ότι κάτι πρέπει να αλλάξει. Το δύσκολο είναι να περάσουμε από την κουβέντα στην πράξη.

Πολλές φορές μοιάζει σαν να έχουμε συνηθίσει τον ρόλο του θεατή. Να παρακολουθούμε τα γεγονότα, να θυμώνουμε, να σχολιάζουμε, να αλλάζουμε κανάλι όταν κάτι μας απογοητεύει. Ίσως όμως ήρθε η ώρα να αφήσουμε λίγο στην άκρη το τηλεχειριστήριο της καθημερινής αγανάκτησης και να ξαναβρούμε τη θέση μας μέσα στη συλλογική προσπάθεια.

Όχι γιατί οι ευθύνες των θεσμών μειώνονται. Όχι γιατί ο πολίτης πρέπει να σηκώσει βάρη που δεν του ανήκουν. Αλλά γιατί καμία κοινωνία δεν μπορεί να προχωρήσει μόνο με ανθρώπους που περιμένουν κάποιον άλλον να κάνει την αρχή.

Ομολογώ ότι αυτό είναι κάτι που ακόμη προσπαθώ να καταλάβω.

Λίγες ημέρες αργότερα, σε έναν χώρο εργασίας της περιοχής μας, μια άλλη συζήτηση με οδήγησε σε έναν διαφορετικό προβληματισμό.

Η κουβέντα πήγε στη θέση της Φλώρινας σε σχέση με άλλες περιοχές.

– «Βλέπουμε άλλους νομούς να προχωρούν και εμείς πολλές φορές νιώθουμε ότι μένουμε πίσω», μου είπε ένας εργαζόμενος.

– «Είναι μεγαλύτεροι, έχουν περισσότερη δύναμη και φαίνεται ότι τους ακούνε περισσότερο. Εδώ πολλές φορές αισθανόμαστε ότι ο καθένας κοιτάζει τη δική του προβολή και όχι το πώς θα πάει μπροστά ο τόπος».

Ίσως αυτή η φράση να περιγράφει μια βαθύτερη ανάγκη. Την ανάγκη οι άνθρωποι της Φλώρινας να αισθανθούν ότι υπάρχει κοινός στόχος και κοινή προσπάθεια.

Μέσα σε αυτή τη συζήτηση ακούστηκε και μια ερώτηση που δεν μπορούσα να προσπεράσω.

– «Πρόεδρε, γιατί τα λες όλα αυτά τώρα; Μήπως επειδή έχουμε μπει σε προεκλογική περίοδο; Μήπως θέλεις να φτιάξεις ένα κομματικό προφίλ; Ο κόσμος έχει ακούσει πολλά όλα αυτά τα χρόνια».

Η ερώτηση αυτή ήταν δύσκολη, αλλά ήταν και ειλικρινής.

Η κοινωνία έχει κάθε λόγο να είναι επιφυλακτική. Έχει δει ανθρώπους να θυμούνται τα προβλήματα μόνο όταν πλησιάζουν εκλογές. Έχει ακούσει υποσχέσεις που δεν έγιναν πράξεις.

Γι’ αυτό και η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να ζητηθεί με λόγια. Χτίζεται με συνέπεια.

Η δική μου απάντηση ήταν απλή: «ο ρόλος μου ως Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Φλώρινας είναι να υπηρετώ τους εργαζόμενους, τους ανέργους και τους συνταξιούχους του τόπου μας, ανεξάρτητα από την πολιτική τους επιλογή».

Στη Φλώρινα υπάρχουν άνθρωποι με διαφορετικές ιδέες και διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις. Αυτό είναι στοιχείο της δημοκρατίας μας.

Όμως η αξιοπρέπεια στην εργασία, η αγωνία για το αύριο, η ανάγκη για ανάπτυξη και η αγάπη για τον τόπο μας δεν έχουν κομματικό χρώμα.

Και ακριβώς επειδή βρισκόμαστε σε μια προεκλογική περίοδο, η ευθύνη όλων μας είναι μεγαλύτερη. Οι θεσμοί πρέπει να προστατεύονται από προσωπικές φιλοδοξίες και κομματικές σκοπιμότητες.

Όταν φέρνω στο μυαλό μου τη γνωστή φράση του Τζον Φ. Κένεντι, «Μη ρωτάς τι μπορεί να κάνει η χώρα σου για σένα. Ρώτα τι μπορείς να κάνεις εσύ για τη χώρα σου», δεν το κάνω για να μεταφέρω ευθύνες στους πολίτες.

Το κάνω γιατί πιστεύω ότι καμία κοινωνία δεν αλλάζει μόνο με την αγανάκτηση.

Ξέρω καλά ότι για κάποιους αυτή η ρήση θεωρείται ένα «αστικό ιδεολόγημα», μια προσπάθεια να κρυφτούν οι πραγματικές ταξικές και πολιτικές ευθύνες πίσω από μια γενική έννοια καθήκοντος.

Όμως, η δική μου πρόθεση δεν είναι να κάνω θεωρητικές αναλύσεις.

Η φράση αυτή δεν σημαίνει ότι ο πολίτης πρέπει να σηκώσει μόνος του ευθύνες που δεν του ανήκουν.

Σημαίνει κάτι πολύ πιο πρακτικό για εμάς εδώ, στη Φλώρινα. Αν εμείς οι ίδιοι δεν διεκδικήσουμε οργανωμένα, κανένα υπουργείο στην Αθήνα δεν θα μας θυμηθεί επειδή απλώς μας λυπάται.

Χρειάζεται διεκδίκηση. Χρειάζεται συμμετοχή. Χρειάζεται ανθρώπους που θα αποφασίσουν ότι η κοινή τους αγωνία μπορεί να γίνει κοινή δράση.

Δεν ζητώ από κανέναν να συμφωνεί πάντα μαζί μου ή με το Εργατικό Κέντρο. Η κριτική είναι απαραίτητη. Η διαφωνία είναι υγεία.

Αυτό που δεν πρέπει να χάσουμε είναι η συμμετοχή.

Γιατί το μεγαλύτερο δώρο σε όσους πιστεύουν ότι τίποτα δεν αλλάζει είναι η δική μας παραίτηση.

Η Φλώρινα έχει ανθρώπους με φιλότιμο, γνώσεις και δύναμη. Αυτό που χρειάζεται είναι να ξαναβρούμε την εμπιστοσύνη ότι μπορούμε να κάνουμε πράγματα μαζί.

Να αφήσουμε λίγο στην άκρη το εύκολο ανάθεμα.

Να ακούσουμε περισσότερο ο ένας τον άλλον.

Και να θυμηθούμε ότι ένας τόπος δεν αλλάζει μόνο από αυτούς που έχουν αξιώματα.

Αλλά και από εκείνους που αποφασίζουν να συμμετέχουν.

Με εκτίμηση,

Κωνσταντίνος Σιάκος

Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Φλώρινας

Μέλος Δ.Σ. της Γ.Σ.Ε.Ε. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου