Να γίνει η 19η Μαΐου επίσημη εθνική αργία

 


 19 Μαΐου: Μνήμη ή μνημόσυνο; Διεκδίκηση ή φολκλόρ;

 Άλλη μια 19η Μαΐου πέρασε. Άλλη μια χρονιά όπου οι πλατείες γέμισαν από τυπολατρίες, οι εξέδρες από κούφια λόγια, και η ιστορική άγνοια παρουσιάστηκε ως πατριωτισμός. Ένας κόσμος συχνά χωρίς στρατηγική, χωρίς ιστορική παιδεία, χωρίς σαφή αντίληψη του τι ακριβώς διεκδικεί. Μια μνήμη που αντί να γίνεται πολιτική δύναμη, καταντά τελετουργικό χωρίς περιεχόμενο.

Η ερώτηση λοιπόν είναι αμείλικτη. Τι θέλουμε; Να κάνουμε κάθε χρόνο μνημόσυνα, παρελάσεις συλλόγων και φολκλορικές αναπαραστάσεις; Ή θέλουμε πραγματική ιστορική και πολιτική διεκδίκηση; Γιατί αν θέλουμε πραγματική διεκδίκηση, τότε ο στόχος είναι σαφής. Η διεθνοποίηση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Όχι ως στοιχείο εσωτερικής κατανάλωσης. Όχι ως επετειακή συγκίνηση. Αλλά ως παγκόσμιο ζήτημα δημοκρατίας, ιστορικής δικαιοσύνης και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όχι μόνον ατομικών αλλά κυρίως συλλογικών δικαιωμάτων των λαών για την αυτοδιάθεση και την πραγματική τους ανεξαρτησία και.

 

Ο εκδημοκρατισμός της Τουρκίας περνά μέσα από την ιστορική αλήθεια 

 

Όταν ο ναζισμός ηττήθηκε στρατιωτικά, πολιτικά και ηθικά, η μεταμελημένη Γερμανία οδηγήθηκε μέσα από πίεση, αυτοκριτική και δημοκρατικό μετασχηματισμό, στην αναγνώριση των εγκλημάτων της. Ανήγειρε μνημεία για το Ολοκαύτωμα. Ενσωμάτωσε τη μνήμη στην παιδεία. Κατέστησε την άρνηση του εγκλήματος κοινωνικά και πολιτικά απαράδεκτη. Αυτό είναι το ιστορικό ζητούμενο και για την Τουρκία. Η ήττα του κεμαλισμού (και της εκδοχής του σε ισλαμικό αυταρχισμό) αποτελεί προϋπόθεση ειρήνης στην περιοχή. Δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς ιστορική αλήθεια. Δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη χωρίς αναγνώριση των εγκλημάτων.

Ο πραγματικός εκδημοκρατισμός της Τουρκίας σημαίνει: πολιτική και πολιτισμική αυτονομία των αυτόχθονων εθνοτήτων, αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης των λαών της Ανατολής, αναγνώριση των γενοκτονιών και ανέγερση μνημείων, κατοχύρωση δημοκρατικών ελευθεριών, κατάργηση της στρατοκρατίας και του κρατικού εθνικισμού ως μηχανισμών καταπίεσης. Για να γίνει αυτό πρέπει να αναγνωριστούν διεθνώς, από όλα τα κράτη και τα παγκόσμια φόρουμ, οι γενοκτονίες των αυτόχθονων πληθυσμών από τους Νεότουρκους και τον Μουσταφά Κεμάλ. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει πραγματική συμφιλίωση των λαών. Και γι’ αυτό η 19η Μαΐου δεν μπορεί να παραμένει μια υποκριτική ημιεπίσημη επέτειος. Πρέπει να γίνει η προμετωπίδα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Το άλυτο παρελθόν παράγει επιθετικό παρόν, η Τουρκία δεν έχει συμφιλιωθεί με τις γενοκτονίες και τις εκκαθαρίσεις χριστιανικών πληθυσμών, που δεν ήταν «ατυχήματα», αλλά το ιδρυτικό στοιχείο, πριν μπουν στο μύθο του ενιαίου έθνους-κράτους που δημιουργήθηκε στην Ανατολία. Γιατί περί αυτού πρόκειται, για ένα μύθο. Όσο αυτά παραμένουν απαγορευμένα ή σε άρνηση, το κράτος αναπαράγει αυταρχισμό, φοβία απέναντι στους αυτόχθονες και επεκτατική ανασφάλεια.

Γι’ αυτό η ιστορική αλήθεια δεν είναι μόνο ηθικό θέμα αλλά και γεωπολιτικό. Η αναγνώριση των Γενοκτονιών των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ελλήνων του Πόντου, πρέπει να μπουν στο κέντρο της εσωτερικής και διεθνούς συζήτησης, μόνο τότε η Τουρκία θα πιεστεί πραγματικά να ακολουθήσει πορεία εκδημοκρατισμού και θα καταρρεύσει ο μύθος του “ενιαίου έθνους”.

 

Η Αρμενία δείχνει τον δρόμο της ιστορικής αυτοσυνειδησίας

 

Η Αρμενία δεν αντιμετώπισε ποτέ τη Γενοκτονία ως μία επετειακή υπόθεση μνήμης για εσωτερική κατανάλωση. Την αντιμετώπισε ως υπόθεση εθνικής στρατηγικής. Εκεί βρίσκεται η μεγάλη διαφορά με την Ελλάδα. Η διεθνοποίηση της Γενοκτονίας των Αρμενίων δεν αφέθηκε σε συλλόγους, σε μνημόσυνα ή σε εσωτερικές τελετουργίες συγκίνησης. Έγινε οργανωμένο εθνικό σχέδιο. Έγινε σχολείο διπλωματίας, πανεπιστημιακής παρουσίας, πολιτικής επιρροής, πολιτιστικής εξωστρέφειας.

Η Αρμενία και η αρμενική διασπορά δημιούργησαν ένα παγκόσμιο δίκτυο μνήμης. Από την Ουάσιγκτον μέχρι το Παρίσι και από τη Βηρυτό μέχρι τη Μόσχα, συγκρότησαν λόμπι, πανεπιστημιακές έδρες, ερευνητικά κέντρα, ιδρύματα, πολιτιστικούς θεσμούς. Δεν περιορίστηκαν στη θλίψη. Μετέτρεψαν τη μνήμη σε δύναμη. Κυρίως όμως είχαν ενιαία γλώσσα. Δεν υπήρχε πολυδιάσπαση, δεν υπήρχε δισταγμός, δεν υπήρχε φόβος απέναντι στη διεθνή πολιτική πίεση της Τουρκίας. Η Αρμενία μιλούσε με μία φωνή και απαιτούσε από τον κόσμο να αναγνωρίσει όχι μόνο το έγκλημα εναντίον των Αρμενίων, αλλά και το δικαίωμα της ιστορικής αλήθειας να υπάρχει μέσα στον σύγχρονο πολιτισμό.

Αντίθετα, στην Ελλάδα η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου δεν αποτέλεσε ποτέ στρατηγικό πυλώνα του ελληνικού κράτους. Παρέμεινε κυρίως υπόθεση των Ποντίων. Και αυτό είναι το μεγάλο ιστορικό λάθος της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Διότι η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, δεν είναι ποντιακή υπόθεση. Είναι εθνική. Η ελληνική πολιτεία αναγνώρισε μεν τη Γενοκτονία το 1994, αλλά δεν δημιούργησε διεθνή στρατηγική. Δεν συγκρότησε θεσμούς διεθνοποίησης. Δεν δημιούργησε ένα παγκόσμιο ελληνικό δίκτυο ιστορικής διπλωματίας. Κυρίως δεν ενέταξε τη Γενοκτονία στον πυρήνα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Έτσι, η μνήμη συχνά εγκλωβίστηκε στον επαρχιωτισμό των επετείων. Στις πορείες χωρίς στρατηγική συνέχεια. Στα συνθήματα χωρίς διεθνή γλώσσα. Στη συναισθηματική φόρτιση χωρίς πολιτικό σχέδιο.

Στην Αρμενία, η 24η Απριλίου, η ημέρα μνήμης της Αρμενικής Γενοκτονίας, είναι επίσημη εθνική αργία και η χώρα παγώνει. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι πορεύονται σιωπηλά προς το μνημείο του Τσιτσερνακαμπέρντ στο Ερεβάν. Οι πολίτες αφήνουν ένα λουλούδι γύρω από την αιώνια φλόγα. Οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα. Τα σχολεία, τα μέσα ενημέρωσης, οι θεσμοί, ολόκληρη η κοινωνία συμμετέχουν ενεργά στη μνήμη. Δεν είναι φολκλόρ. Είναι εθνική αυτοσυνειδησία. Αυτό λείπει από την Ελλάδα.

Η 19η Μαΐου πρέπει να γίνει επίσημη εθνική αργία, στον δρόμο που χάραξε η Αρμενία. Πρέπει να θεσμοθετηθεί ως επίσημη, μη εργάσιμη ημέρα. Όλες οι δημόσιες υπηρεσίες, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, οι τράπεζες και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις να παραμένουν κλειστές. Εκείνη τη μέρα, η χώρα επιβάλλεται να σταματά κάθε δραστηριότητα της και να είναι αποκλειστικά αφιερωμένη στη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Η 19η Μαΐου δεν χρειάζεται άλλους επαγγελματίες πατριώτες. Δεν χρειάζεται άλλες κενές δηλώσεις. Χρειάζεται ιστορική σοβαρότητα, στρατηγική, παιδεία και διεθνή στόχευση. Η μνήμη χωρίς διεκδίκηση γίνεται μουσειακό αντικείμενο. Η ιστορία χωρίς πολιτικό σχέδιο γίνεται ακίνδυνη για τους θύτες. Το ερώτημα λοιπόν παραμένει ανοιχτό: Θέλουμε μια 19η Μαΐου ακίνδυνη, γραφική και ελεγχόμενη; Ή μια 19η Μαΐου που θα γίνει παγκόσμιο σύμβολο αγώνα για ιστορική δικαιοσύνη, δημοκρατία και αλήθεια;

 

Υ.Γ. 1: Ορισμένοι ξενοκίνητοι φιλοκεμαλικοί κύκλοι μέσα στο ελληνικό κράτος, προσπαθούν πλαγίως να καταργήσουν τη 19η Μαΐου, με ένα γενικό και αόριστο αφήγημα περί «γενοκτονίας όλων των Ελλήνων της Ανατολίας». Ένα αφήγημα ιστορικά προβληματικό και νομικά αδύναμο. Στη Μικρά Ασία υπήρξε απόβαση του ελληνικού στρατού. Υπήρξε πολεμικό μέτωπο. Αυτό, σε επίπεδο διεθνούς δικαίου και ιστορικής τεκμηρίωσης, διαφοροποιεί ουσιωδώς την περίπτωση. Η ιστορική και νομική ιδιαιτερότητα του Πόντου είναι σαφής: στον Πόντο δεν υπήρχε ελληνικός στρατός, δεν υπήρχε μέτωπο πολέμου. Υπήρχε οργανωμένη εξόντωση του ελληνικού αυτόχθονα λαού από το τουρκικό κράτος και τους μηχανισμούς του. Αυτό είναι Γενοκτονία. Και γι’ αυτό ακριβώς η περίπτωση του Πόντου μπορεί να σταθεί με απόλυτη σοβαρότητα σε κάθε διεθνές δικαστήριο, σε κάθε διεθνή οργανισμό, σε κάθε ιστορική επιτροπή. Αυτό φοβούνται.

 

Υ.Γ. 2: Το ελληνικό κράτος οφείλει επιτέλους να σκύψει με απόλυτη σοβαρότητα και ευθύνη, πάνω από τους εναπομείναντες ελληνόφωνους στον Πόντο, να διεθνοποιήσει τον αγώνα για την πολιτισμική τους επιβίωση και να καταγγείλει τη διαχρονική τους καταπίεση από το τουρκικό κράτος.

 

Υ.Γ. 3: Η ελληνική πολιτεία οφείλει να πράξει το αυτονόητο χρέος της και να χορηγήσει τώρα πλήρες καθεστώς πολιτικού ασύλου στον Γιάννη Βασίλη Γιαϊλαλί. Μέχρι πότε θα πυροβολούμε τα πόδια μας;

 

Όμιλος Πολιτικού προβληματισμού ¨

«Μιχάλης Χαραλαμπίδης

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου